στο λεξικό PONS
συνυφ|αίνω <-ανα, -άνθηκα, -ασμένος> [siniˈfɛnɔ] VERB μεταβ
1. συνυφαίνω (υφαίνω):
- συνυφαίνω
- verflechten
- είμαι συνυφασμένος με κάτι μτφ
- mit etw verknüpft sein
2. συνυφαίνω μτφ (μηχανορραφώ):
- συνυφαίνω
- aushecken
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.