στο λεξικό PONS
εξισώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛksiˈsɔnɔ] VERB μεταβ
- εξισώνω κάτι/δυο πράγματα
- etw/zwei Dinge ausgleichen
- εξισώνω κάτι με κάτι άλλο (το θεωρώ ίσο)
- etw mit etw anderem gleichsetzen
- εξισώνω κάτι προς κάτι άλλο
- etw an etw anderes angleichen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξισώνω κάτι/δυο πράγματα
- etw/zwei Dinge ausgleichen
- εξισώνω κάτι με κάτι άλλο (το θεωρώ ίσο)
- etw mit etw anderem gleichsetzen
- εξισώνω κάτι προς κάτι άλλο
- etw an etw anderes angleichen