στο λεξικό PONS
I. ένορκ|ος <-η, -ο> [ˈɛnɔrkɔs] ΕΠΊΘ
- ένορκος
- vereidigt
- ένορκη βεβαίωση ΝΟΜ
- Versicherung θηλ an Eides statt
- έγγραφη ένορκη δήλωση ΟΙΚΟΝ
- Affidavit ουδ
II. ένορκ|ος <-η, -ο> [ˈɛnɔrkɔs] SUBST αρσ/θηλ ΝΟΜ
- ένορκος
- Geschworene(r) mf
- ετυμηγορία θηλ των ενόρκων
- Urteil ουδ der Geschworenen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.