στο λεξικό PONS
εκτιμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛktiˈmɔ] VERB μεταβ
1. εκτιμώ (ζημιά κτλ):
- εκτιμώ
- schätzen
2. εκτιμώ (υπολήπτομαι):
- εκτιμώ
- achten, schätzen
- τον εκτιμούν πολύ
- er wird sehr geachtet
3. εκτιμώ (αναγνωρίζω την αξία):
- εκτιμώ
- schätzen
- δεν εκτιμά τις συμβουλές μας/τη βοήθειά της
- er schätzt unseren Rat/ihre Hilfe nicht
- θα το εκτιμούσαμε αν … (σε επιστολή)
- wir wären Ihnen sehr dankbar, wenn …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.