στο λεξικό PONS
σχεδ|ιάζω <-ίασα, -ιάστηκα, -ιασμένος> [sçɛðiˈazɔ] VERB μεταβ
1. σχεδιάζω (ιχνογραφώ):
- σχεδιάζω
- zeichnen
2. σχεδιάζω (ετοιμάζω, κάνω το πρώτο σχέδιο):
- σχεδιάζω
- entwerfen
3. σχεδιάζω μτφ (σκοπεύω):
- σχεδιάζω
- vorhaben
- σχεδιάζω να μετακομίσω
- ich habe vor umzuziehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σχεδιάζω να μετακομίσω
- ich habe vor umzuziehen