στο λεξικό PONS
καταναλωτής (καταναλώτρια) [katanalɔˈtis, katanaˈlɔtria] SUBST αρσ(θηλ)
1. καταναλωτής (γενικά) ΟΙΚΟΝ:
- καταναλωτής (καταναλώτρια)
- Verbraucher(in) αρσ (θηλ)
- καταναλωτής (καταναλώτρια)
- Konsument(in) αρσ (θηλ)
- μεγάλος καταναλωτής
- Großverbraucher αρσ
- πρώτος καταναλωτής
- Erstverbraucher αρσ
- παραγωγός-καταναλωτής
- Prosument(in) αρσ (θηλ)
- Είναι παραγωγός-καταναλωτής ηλιακής ενέργειας.
- Er ist Prosument von Solarstrom.
- προστασία θηλ του καταναλωτή
- Verbraucherschutz αρσ
- νόμος αρσ για την προστασία του καταναλωτή
- Verbraucherschutzgesetz ουδ
- συμπεριφορά θηλ του καταναλωτή
- Konsumentenverhalten ουδ
- (γεωγραφική) ανάλυση θηλ της συμπεριφοράς των καταναλωτών
- (räumliche) Konsumentenanalyse θηλ
2. καταναλωτής ΒΙΟΛ:
- καταναλωτής (καταναλώτρια)
- Konsument αρσ
- καταναλωτής πρώτης τάξης
- Primärkonsument αρσ
- καταναλωτής δεύτερης τάξης
- Sekundärkonsument αρσ
- καταναλωτής τρίτης τάξης
- Tertiärkonsument αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρώτος καταναλωτής
- Erstverbraucher αρσ
- μεγάλος καταναλωτής
- Großverbraucher αρσ
- παραγωγός-καταναλωτής
- Prosument(in) αρσ (θηλ)
- καταναλωτής πρώτης τάξης
- Primärkonsument αρσ
- καταναλωτής δεύτερης τάξης
- Sekundärkonsument αρσ