στο λεξικό PONS
I. ανησυχ|ώ <-είς, -ησα> [anisiˈxɔ] VERB μεταβ (κάποιον)
- ανησυχώ
- beunruhigen
II. ανησυχ|ώ <-είς, -ησα> [anisiˈxɔ] VERB αμετάβ (είμαι ανήσυχος και γεμάτος σκέψεις)
- ανησυχώ
- besorgt sein
- ανησυχώ όταν δεν πέρνεις τηλέφωνο
- ich mache mir Sorgen, wenn du nicht anrufst
- μην ανησυχείς
- mach dir keine Sorgen
- ανησυχώ για κάποιον/κάτι
- über jdn/etw besorgt sein, sich um jdn/etw Sorgen machen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανησυχώ για κάποιον/κάτι
- über jdn/etw besorgt sein, sich um jdn/etw Sorgen machen
- ανησυχώ όταν δεν πέρνεις τηλέφωνο
- ich mache mir Sorgen, wenn du nicht anrufst