στο λεξικό PONS
ξεχειλί|ζω <-σα, -σμένος> [ksɛçiˈlizɔ] VERB αμετάβ
1. ξεχειλίζω (υγρό):
- ξεχειλίζω
- überlaufen
2. ξεχειλίζω (ποταμός):
- ξεχειλίζω
- über die Ufer treten
3. ξεχειλίζω μτφ (από χαρά):
- ξεχειλίζω
- überquellen
- ξεχείλιζε από χαρά
- er quoll über vor Freude
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.