στο λεξικό PONS
σταγόνα [staˈɣɔna] SUBST θηλ
1. σταγόνα:
- σταγόνα
- Tropfen αρσ
- μια σταγόνα στον ωκεανό μτφ
- ein Tropfen αρσ auf den heißen Stein
- μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό
- sie gleichen sich wie ein Ei dem anderen
- σταγόνα βροχής
- Regentropfen αρσ
- σταγόνα νερού
- Wassertropfen αρσ
2. σταγόνα ΑΡΧΙΤ (αρχαίου ναού):
- σταγόνα
- Gutta θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σταγόνα βροχής
- Regentropfen αρσ
- σταγόνα νερού
- Wassertropfen αρσ
- μια σταγόνα στον ωκεανό μτφ
- ein Tropfen αρσ auf den heißen Stein