στο λεξικό PONS
γκρεμός [grɛˈmɔs], γκρεμνός [grɛmˈnɔs] SUBST αρσ
- γκρεμός
- Abgrund αρσ
- μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
- ich stehe zwischen zwei Feuern
- ρίχνω κάποιον στον γκρεμό
- jdn den Abgrund hinunterstoßen
- στο χείλος του γκρεμού και μτφ
- am Rand des Abgrunds
γκρεμός SUBST
- δημοσιονομικός γκρεμός αρσ ΟΙΚΟΝ
- Fiskalklippe θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
- ich stehe zwischen zwei Feuern