στο λεξικό PONS
συκώτι [siˈkɔti] SUBST ουδ
- συκώτι
- Leber θηλ
- μου έπρηξε το συκώτι (με ερωτήσεις)
- er/sie hat mich fast zum Platzen gebracht
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μου έπρηξε το συκώτι (με ερωτήσεις)
- er/sie hat mich fast zum Platzen gebracht