στο λεξικό PONS
επίσκεψ|η <-εις> [ɛˈpiscɛpsi] SUBST θηλ
1. επίσκεψη:
- επίσκεψη
- Besuch αρσ
- κάνω επίσκεψη σε κάποιον
- jdm einen Besuch abstatten
- ανταποδίδω μια επίσκεψη
- einen Besuch erwidern
- έχουμε επισκέψεις
- wir haben Besuch
- επίσκεψη στο γιατρό/στον οδοντίατρο
- Arztbesuch/Zahnarztbesuch αρσ
- αποχαιρετιστήρια επίσκεψη
- Abschiedsbesuch αρσ
- δικαίωμα ουδ επίσκεψης
- Besuchsrecht ουδ
- διάρκεια θηλ επίσκεψης Η/Υ
- Besuchsdauer θηλ
2. επίσκεψη (αξιοθέατος):
- επίσκεψη
- Besichtigung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ιατρική επίσκεψη
- Arztbesuch αρσ
- αστραπιαία επίσκεψη
- Blitzbesuch αρσ
- αποχαιρετιστήρια επίσκεψη
- Abschiedsbesuch αρσ
- κάνω επίσκεψη σε κάποιον
- jdm einen Besuch abstatten
- ανταποδίδω μια επίσκεψη
- einen Besuch erwidern