στο λεξικό PONS
κάλτσα [ˈkaltsa] SUBST θηλ
1. κάλτσα (μακριά):
- κάλτσα
- Strumpf αρσ
- κάλτσα ως το γώνατο
- Kniestrumpf αρσ
- δυχτυωτή κάλτσα
- Netzstrumpf αρσ
2. κάλτσα (κοντή):
- κάλτσα
- Socke θηλ
- είναι διαβόλου κάλτσα
- er ist clever
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δυχτυωτή κάλτσα
- Netzstrumpf αρσ
- κάλτσα ως το γώνατο
- Kniestrumpf αρσ
- είναι διαβόλου κάλτσα
- er ist clever