στο λεξικό PONS
παραδέ|χομαι <-χτηκα, -γμένος> [paraˈðɛxɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. παραδέχομαι (δέχομαι):
- παραδέχομαι
- akzeptieren, annehmen
2. παραδέχομαι (ομολογώ):
- παραδέχομαι
- zugeben
- παραδέχομαι βέβαια πως …
- ich gebe natürlich zu, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παραδέχομαι τα λάθη μου
- seine Fehler zugeben
- παραδέχομαι βέβαια πως …
- ich gebe natürlich zu, dass …