στο λεξικό PONS
I. νεαρ|ός <-ή, -ό> [nɛaˈrɔs] ΕΠΊΘ
- νεαρός
- jung
II. νεαρ|ός <-ή, -ό> [nɛaˈrɔs] SUBST αρσ/θηλ
- νεαρός
- Jugendliche(r) mf
- οι νεαροί
- die jungen Leute πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.