στο λεξικό PONS
αλεί|φω [aˈlifɔ], αλεί|βω [aˈlivɔ] <-ψα, -φτηκα, -μμένος> VERB μεταβ
1. αλείφω (ζυμάρι, ψητό):
- αλείφω
- bestreichen
- αλείφω τα χέρια μου με κρέμα
- sich δοτ die Hände eincremen
- αλείφω το δέρμα μου με λάδι
- sich δοτ die Haut einölen
2. αλείφω (μηχανή):
- αλείφω
- einschmieren
3. αλείφω (λερώνοντας κάτι):
- αλείφω
- beschmieren
4. αλείφω μτφ (δωροδοκώ):
- αλείφω
- schmieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αλείφω τα χέρια μου με κρέμα
- sich δοτ die Hände eincremen
- αλείφω το δέρμα μου με λάδι
- sich δοτ die Haut einölen