στο λεξικό PONS
συ(γ)χωρ|ώ <-είς, -ησα [ή -εσα], -ήθηκα [ή -έθηκα], -ημένος [ή -εμένος] > [si(ŋ)xɔˈrɔ] VERB μεταβ
- συχωρώ κάποιον
- jdm verzeihen/vergeben
- μου το συγχώρησε
- er hat es mir verziehen/vergeben
- τέτοια απροσεξία δε συγχωρείται
- so eine Unachtsamkeit ist nicht zu entschuldigen/ist unentschuldbar
- με συχωρείτε …
- entschuldigen Sie bitte …/verzeihen Sie …
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.