στο λεξικό PONS
κουζίνα [kuˈzina] SUBST θηλ
1. κουζίνα (δωμάτιο, μαγειρική):
- κουζίνα
- Küche θηλ
- είδη ουδ πλ κουζίνας
- Küchenartikel αρσ πλ
2. κουζίνα (συσκευή):
- κουζίνα
- Herd αρσ
- κουζίνα αερίου/γκαζιού
- Gasherd αρσ
- ηλεκτρική κουζίνα
- Elektroherd αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κουζίνα θηλ αερίου
- Gasherd αρσ
- ηλεκτρική κουζίνα
- Elektroherd αρσ
- κουζίνα αερίου/γκαζιού
- Gasherd αρσ