στο λεξικό PONS
σπιτονοικοκύρ|ης <-ηδες> [spitɔnikɔˈciris] SUBST αρσ, σπιτονοικοκυρά [spitɔnikɔciˈra] SUBST θηλ
- σπιτονοικοκύρης
- Vermieter(in) αρσ (θηλ)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- σπιρουνίζω
- σπιρτάδα
- σπίρτο
- σπιρτόζος
- σπιρτόκουτο
- σπιτονοικοκύρης
- σπιτώνω
- σπλάχνα
- σπλαχνίζομαι
- σπλάχνο
- σπλήνα