στο λεξικό PONS
ικανοποιημέν|ος <-η, -ο> [ikanɔpiiˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- ικανοποιημένος από/με
- zufrieden mit
- μένω ικανοποιημένος
- zufrieden sein
- έμεινε ικανοποιημένος με …;
- war er mit … zufrieden?
- δε μένει ικανοποιημένος με τίποτα!
- er ist mit nichts zufrieden!
- ποτέ δε μένει ικανοποιημένος!
- er ist nie zufrieden!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μένω ικανοποιημένος
- zufrieden sein
- απόλυτα ικανοποιημένος
- voll zufrieden
- ποτέ δε μένει ικανοποιημένος!
- er ist nie zufrieden!
- έμεινε ικανοποιημένος με …;
- war er mit … zufrieden?
- δε μένει ικανοποιημένος με τίποτα!
- er ist mit nichts zufrieden!
Αναζήτηση στο λεξικό
- ίζημα
- ιζηματίνη
- ιζηματογένεση
- ιζηματογενής
- Ιησούς
- ικανοποιημένος
- ικανοποίηση
- ικανοποιητικός
- ικανοποιώ
- ικανός
- ικανότητα