στο λεξικό PONS
ειρήνη [iˈrini] SUBST θηλ
- ειρήνη
- Frieden αρσ
- επικρατεί ειρήνη
- es herrscht Frieden
- συνάπτω ειρήνη
- Frieden schließen
- σε καιρό ειρήνης
- zu Friedenszeiten
- διαρκής ειρήνη
- dauerhafter Frieden αρσ
- εργασιακή ειρήνη
- Arbeitsfrieden αρσ
- κοινή ειρήνη
- Landfrieden αρσ
- διατάραξη θηλ της κοινής ειρήνης
- Landfriedensbruch αρσ
- παγκόσμια ειρήνη
- Weltfrieden ουδ
- διάσκεψη θηλ ειρήνης
- Friedenskonferenz θηλ
- διαφύλαξη θηλ της ειρήνης
- Bewahrung θηλ des Friedens
- παραβίαση θηλ της ειρήνης
- Friedensbruch αρσ
- πορεία θηλ ειρήνης
- Friedensmarsch αρσ
- συνθήκη θηλ ειρήνης
- Friedensabkommen ουδ
- ειρήνη υμίν ΘΡΗΣΚ
- Friede sei mit euch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επικρατεί ειρήνη
- es herrscht Frieden
- διαρκής ειρήνη
- dauerhafter Frieden αρσ
- εργασιακή ειρήνη
- Arbeitsfrieden αρσ
- συνάπτω ειρήνη
- Frieden schließen
- έκλεισαν ειρήνη
- sie haben Frieden geschlossen