στο λεξικό PONS
καταβροχθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [katabrɔxˈθizɔ] VERB μεταβ
1. καταβροχθίζω μτφ:
- καταβροχθίζω (φαγητό) (βιβλίο)
- verschlingen
2. καταβροχθίζω (ποτό):
- καταβροχθίζω
- in sich hineingießen
3. καταβροχθίζω (περιουσία: εξαφανίζω, σπαταλώ):
- καταβροχθίζω
- verprassen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.