στο λεξικό PONS
προσχέδιο [prɔˈsçɛðiɔ] SUBST ουδ
- προσχέδιο
- Entwurf αρσ
- προσχέδιο προϋπολογισμού
- Entwurf αρσ des Haushaltsplans
- προσχέδιο προϋπολογισμού
- Vorentwurf αρσ des Haushaltsplans
- προσχέδιο συμβολαίου
- Vertragsentwurf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσχέδιο προϋπολογισμού
- Entwurf αρσ des Haushaltsplans
- προσχέδιο συμβολαίου
- Vertragsentwurf αρσ