στο λεξικό PONS
απογοήτευσ|η <-εις> [apɔɣɔˈitɛfsi] SUBST θηλ
- απογοήτευση
- Enttäuschung θηλ
- προς μεγάλη μου απογοήτευση …
- zu meiner Enttäuschung …
- δοκίμασε πολλές απογοητεύσεις
- er hat viele Enttäuschungen erlebt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προς μεγάλη μου απογοήτευση …
- zu meiner Enttäuschung …
- προς απογοήτευση όλων
- zur Enttäuschung aller