στο λεξικό PONS
σιωπή [siɔˈpi] SUBST θηλ
1. σιωπή (ανθρώπου):
- σιωπή
- Schweigen ουδ
- σπάω τη σιωπή
- das Schweigen brechen
- η σιωπή είναι χρυσός παροιμ
- Reden ist Silber, Schweigen ist Gold
- δικαίωμα ουδ σιωπής ΝΟΜ
- Schweigerecht ουδ
2. σιωπή (σιγή):
- σιωπή
- Stille θηλ
- στη σιωπή της νύχτας
- in der Stille der Nacht
- σιωπή!
- sei still!, Ruhe!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σιωπή!
- sei still!, Ruhe!
- αμήχανη σιωπή
- betretenes Schweigen ουδ
- μια σιωπή θηλ γεμάτη αμηχανία
- betretenes Schweigen ουδ
- η σιωπή είναι χρυσός παροιμ
- Reden ist Silber, Schweigen ist Gold
- στη σιωπή της νύχτας
- in der Stille der Nacht