στο λεξικό PONS
I. συλλογ|ίζομαι [silɔˈjizɔmɛ], συλλογ|ιέμαι [silɔˈjɛmɛ] <-ίστηκα, -ισμένος> VERB αυτοπ ρήμα
1. συλλογίζομαι (η πράξη του νου, σκέφτομαι):
- συλλογίζομαι
- denken
2. συλλογίζομαι (κάθομαι και σκέφτομαι):
- συλλογίζομαι
- überlegen, nachdenken
- τι συλλογίζεσαι;
- was überlegst du?
- για συλλογίσου λίγο
- denk mal drüber nach
II. συλλογ|ίζομαι [silɔˈjizɔmɛ], συλλογ|ιέμαι [silɔˈjɛmɛ] <-ίστηκα, -ισμένος> VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. συλλογίζομαι (κάτι):
- συλλογίζομαι κάτι (για να βρω λύση)
- über etw αιτ nachdenken
- συνέχεια το συλλογιζόταν
- er dachte ständig darüber nach
2. συλλογίζομαι (κάποιον, κάτι: έχω αναμνήσεις, λαβαίνω υπόψη):
- συλλογίζομαι κάποιον/κάτι
- an jdn/etw denken
- συλλογίσου τη μητέρα σου! (πρέπει να τη λάβεις υπόψη)
- denk an deine Mutter!
- συλλογιζόταν τα χρόνια που …
- er/sie dachte an die Jahre, als …
- συνέχεια τη συλλογιζόταν
- er dachte ständig an sie
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συλλογίζομαι κάτι (για να βρω λύση)
- über etw αιτ nachdenken
- συλλογίζομαι κάποιον/κάτι
- an jdn/etw denken