στο λεξικό PONS
γιαούρτι [jaˈurti] SUBST ουδ
- γιαούρτι
- Joghurt αρσ
- πρόβειο γιαούρτι
- Joghurt αρσ aus Schafmilch
- στραγγιστό γιαούρτι
- abgetropfter Joghurt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρόβειο γιαούρτι
- Joghurt αρσ aus Schafmilch
- στραγγιστό γιαούρτι
- abgetropfter Joghurt αρσ
- όποιος κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι παροιμ
- gebranntes Kind scheut das Feuer