στο λεξικό PONS
I. εξασφαλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛksasfaˈlizɔ] VERB μεταβ
1. εξασφαλίζω (ώστε κάτι να γίνει ή να υπάρχει):
- εξασφαλίζω
- sicherstellen, gewährleisten
- σας εξασφάλισα τις καλύτερες θέσεις
- ich habe die besten Plätze für euch reserviert
2. εξασφαλίζω (κάνω ασφαλές, προστατεύω):
- εξασφαλίζω από
- absichern gegen +αιτ
- εξασφάλισα το σπίτι μου για την περίπτωση που …
- ich habe mein Haus für den Fall abgesichert, dass …
II. εξασφαλίζομαι VERB αυτοπ ρήμα (οικονομικά)
- εξασφαλίζομαι
- sich absichern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξασφαλίζω την αποδοχή για μια συναλλαγματική
- den Akzept für einen Wechsel einholen