στο λεξικό PONS
σπινθηρί|ζω <-σα> [spinθiˈrizɔ] VERB αμετάβ
1. σπινθηρίζω (βγάζω σπίθες):
- σπινθηρίζω
- Funken sprühen
2. σπινθηρίζω (λάμπω, γυαλίζω):
- σπινθηρίζω
- funkeln
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.