στο λεξικό PONS
δρομολόγιο [ðrɔmɔˈlɔjiɔ] SUBST ουδ
1. δρομολόγιο (τρένου κτλ):
- δρομολόγιο
- Fahrplan αρσ
- πίνακας αρσ δρομολογίων
- Fahrplan αρσ
- θερινό δρομολόγιο
- Sommerfahrplan αρσ
- χειμερινό δρομολόγιο
- Winterfahrplan αρσ
2. δρομολόγιο (πορεία):
- δρομολόγιο
- Fahrt θηλ
3. δρομολόγιο (για ταξίδι: διαλεγμένος δρόμος):
- δρομολόγιο
- Route θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θερινό δρομολόγιο
- Sommerfahrplan αρσ
- χειμερινό δρομολόγιο
- Winterfahrplan αρσ