στο λεξικό PONS
I. ξεμπερδ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [ksɛbɛrˈðɛvɔ] VERB μεταβ
1. ξεμπερδεύω (πράγματα μπερδεμένα):
- ξεμπερδεύω
- entwirren
2. ξεμπερδεύω μτφ (ξεκαθαρίζω, τακτοποιώ):
- ξεμπερδεύω
- regeln
II. ξεμπερδ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [ksɛbɛrˈðɛvɔ] VERB αμετάβ (απαλλάσσομαι από φασαρίες)
- … και τώρα δεν ξέρει πώς να ξεμπερδέψει
- … und jetzt weiß er nicht, wie er da wieder herauskommen soll
- ξεμπέρδεψα! (απαλλάχτηκα απ' αυτή την ιστορία)
- das habe ich mir vom Hals geschafft!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.