στο λεξικό PONS
εικόνα [iˈkɔna] SUBST θηλ
1. εικόνα (γενικά, επίσεις: παράσταση, φαντασία):
- εικόνα
- Bild ουδ
- αυτό το κείμενο σου δίνει μια καλή εικόνα της ζωής των …
- dieser Text vermittelt einem ein gutes Bild vom Leben der …
- τρισδιάστατη εικόνα
- 3-D-Bild ουδ
- τρισδιάστατη εικόνα
- dreidimensionales Bild ουδ
- ψηφιδωτή εικόνα
- Mosaikbild ουδ
- τηλεοπτική εικόνα
- Fernsehbild ουδ
2. εικόνα ΘΡΗΣΚ:
- εικόνα
- Ikone θηλ
3. εικόνα ΟΙΚΟΝ (ίματζ):
- εικόνα
- Image ουδ
- επαγγελματική εικόνα (επιχείρησης, ατόμου)
- Image ουδ
- εικόνα προϊόντος
- Produktimage ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εικόνα θηλ δορυφόρου
- Satellitenbild ουδ
- τρισδιάστατη εικόνα
- 3-D-Bild ουδ
- ψηφιδωτή εικόνα
- Mosaikbild ουδ
- τηλεοπτική εικόνα
- Fernsehbild ουδ
- επαγγελματική εικόνα (επιχείρησης, ατόμου)
- Image ουδ