στο λεξικό PONS
σκεύος [ˈscɛvɔs] SUBST ουδ
1. σκεύος (εργαλείο, συσκευή):
- σκεύος
- Gerät ουδ
- σκεύος της κουζίνας
- Küchengerät ουδ
- ηλεκτρικά σκεύη
- Elektrogeräte ουδ πλ
2. σκεύος (πιάτο, ποτήρι κτλ):
- σκεύη (πιάτα κτλ)
- Geschirr ουδ ενικ
- επιτραπέζια σκεύη
- Essgeschirr ουδ ενικ
- μαγειρικά σκεύη
- Kochgeschirr ουδ ενικ
- γυάλινα σκεύη
- Glaswaren θηλ πλ
- πορσελάνινα σκεύη
- Porzellanwaren θηλ πλ
- χάλκινα σκεύη
- Kupfergeschirr ουδ ενικ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκεύος ουδ φοντί
- Fondue-Set ουδ
- σκεύος της κουζίνας
- Küchengerät ουδ