στο λεξικό PONS
αστείο [asˈtiɔ] SUBST ουδ
1. αστείο (αστείος λόγος):
- αστείο
- Scherz αρσ
- αστείο
- Spaß αρσ
- κάνω ένα αστείο
- einen Spaß machen
- λέω αστεία
- spaßen
- λέω/κάνω κάτι για αστείο/στ' αστεία
- etw aus Spaß sagen/machen
- το ρίχνω στο αστείο
- einen Spaß daraus machen
- γυρίζω κάτι στο αστείο
- einen Scherz/Spaß aus etw machen
- ούτε γι' αστείο
- nicht (ein)mal zum Spaß
- μεταξύ αστείου και σοβαρού
- halb im Ernst, halb im Spaß
- αυτό είναι απάτη, όχι αστεία!
- das ist richtiger Betrug!
- το αστείο είναι ότι είχα ξεχάσει τα κλειδιά και …
- das Lustige (an der Sache) ist, dass ich die Schlüssel vergessen hatte und …
- δεν καταλαβαίνω από αστεία
- keinen Spaß verstehen
- ας αφήσουμε τ' αστεία κατά μέρος
- Spaß beiseite
- τελειώσανε τα αστεία!
- jetzt ist der Spaß vorbei!
- άσε τ' αστεία τώρα και βοήθησέ με καλύτερα
- jetzt lass mal die Scherze und hilf mir lieber
- δεν είναι ώρα για αστεία (τώρα)
- das ist jetzt nicht der richtige Moment zum Scherzen
- χοντρό αστείο
- grober Scherz αρσ
2. αστείο (ανέκδοτο):
- αστείο
- Witz αρσ
- πού βλέπεις το αστείο;
- was ist daran so lustig?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χοντρό αστείο
- grober Scherz αρσ
- το ρίχνω στο αστείο
- einen Spaß daraus machen
- γυρίζω κάτι στο αστείο
- einen Scherz/Spaß aus etw machen
- πού βλέπεις το αστείο;
- was ist daran so lustig?
- ρίχνω κάτι στο αστείο
- einen Scherz aus etw machen