στο λεξικό PONS
I. αρμό|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [arˈmɔzɔ] VERB μεταβ (συνδέω)
- αρμόζω σε
- anpassen an +αιτ
II. αρμό|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [arˈmɔzɔ] VERB αμετάβ (ταιριάζω)
- αρμόζω σε
- passen zu
- τέτοιο φέρσιμο δεν αρμόζει σε δάσκαλο (δεν ταιριάζει)
- so ein Benehmen passt nicht zu einem Lehrer
- τέτοιο φέρσιμο δεν αρμόζει σε δάσκαλο (δεν κάνει να φέρεται έτσι)
- so ein Benehmen gehört sich nicht für einen Lehrer
- δεν αρμόζει να …
- es gehört sich nicht, zu …