στο λεξικό PONS
εμπιστοσύνη [ɛmbistɔˈsini] SUBST θηλ
- εμπιστοσύνη σε
- Vertrauen ουδ zu +δοτ
- δεν του έχω εμπιστοσύνη
- ich vertraue ihm nicht, ich habe kein Vertrauen zu ihm
- έχω απόλυτη εμπιστοσύνη σε κάποιον
- unbegrenztes/absolutes Vertrauen zu jdm haben
- χαίρω/απολαύω της απολύτου εμπιστοσύνης κάποιου
- jds absolutes Vertrauen genießen
- δίνω εμπιστοσύνη σε κάτι
- einer Sache δοτ Vertrauen schenken
- κερδίζω/έχω/διαψεύδω την εμπιστοσύνη κάποιου
- jds Vertrauen gewinnen/besitzen/enttäuschen
- εμπνέω εμπιστοσύνη σε κάποιον
- jdm Vertrauen einflößen
- καταχρώμαι την εμπιστοσύνη κάποιου
- jds Vertrauen missbrauchen
- δικαιώνω την εμπιστοσύνη
- das Vertrauen rechtfertigen
- τυφλή εμπιστοσύνη
- blindes Vertrauen ουδ
- παραβίαση θηλ εμπιστοσύνης
- Vertrauensbruch αρσ
- κατάχρηση θηλ εμπιστοσύνης
- Vertrauensmissbrauch αρσ
- άξιος εμπιστοσύνης
- vertrauenswürdig
- αρχή θηλ της εμπιστοσύνης ΝΟΜ
- Vertrauensgrundsatz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αμέριστη εμπιστοσύνη
- volles Vertrauen ουδ
- τυφλή εμπιστοσύνη
- blindes Vertrauen ουδ
- απόλυτη εμπιστοσύνη
- uneingeschränktes/absolutes Vertrauen ουδ
- κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου
- jds Vertrauen gewinnen
- δεν του έχω εμπιστοσύνη
- ich vertraue ihm nicht, ich habe kein Vertrauen zu ihm