στο λεξικό PONS
ευκαιρία [ɛfcɛˈria] SUBST θηλ
1. ευκαιρία (περίσταση ευνοϊκή):
- ευκαιρία
- Gelegenheit θηλ
- (δεν) έχω ευκαιρία να κάνω κάτι
- die/keine Gelegenheit haben, etw zu tun
- εκμεταλλεύομαι μια ευκαιρία
- eine Gelegenheit nutzen
- αρπάζω την ευκαιρία
- die Gelegenheit ergreifen
- αρπάζω μια ευκαιρία από τα μαλλιά
- eine Gelegenheit beim Schopf(e) packen
- χάνω μια ευκαιρία
- eine Gelegenheit versäumen/verpassen
- αυτή την ευκαιρία δε θα τη χάσω
- diese Gelegenheit lass ich mir nicht entgehen
- δε βρήκα ευκαιρία/δε μου δόθηκε η ευκαιρία να το …
- ich hatte keine Gelegenheit, es zu …
- αν βρεις ευκαιρία πάρε τηλέφωνο
- ruf mal an, wenn du Gelegenheit (dazu) hast
- με την ευκαιρία αυτή θα 'θελα να …
- bei dieser Gelegenheit möchte ich …
- με την πρώτη ευκαιρία θα …
- bei der ersten Gelegenheit werde ich …
- είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω
- ich hatte die Gelegenheit, ihn kennen zu lernen
- μου δόθηκε η ευκαιρία να …
- ich hatte die Gelegenheit, zu …
- δε χάνει ευκαιρία να λέει ότι …
- er versäumt keine Gelegenheit zu sagen, dass …
- μη χάσεις ευκαιρία! ειρων
- das darfst du natürlich wieder nicht verpassen!
- εταιρεία θηλ ευκαιρίας ΟΙΚΟΝ
- Gelegenheitsgesellschaft θηλ
2. ευκαιρία (δυνατότητα):
- ευκαιρία
- Möglichkeit θηλ
- επενδυτικές ευκαιρίες
- Investitionsmöglichkeiten θηλ πλ
3. ευκαιρία (εξαιρετική, ενδεχόμενη ή τελευταία δυνατότητα):
- ευκαιρία
- Chance θηλ
- αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία
- das ist meine letzte Chance
- δώσε μου μια ευκαιρία ακόμα
- gib mir noch eine Chance
- αυτή είναι η μεγάλη σου ευκαιρία, πρέπει να λάβεις μέρος οπωσδήποτε
- das ist deine große Chance, du musst unbedingt teilnehmen
- είναι η ευκαιρία της ζωής σου!
- das ist eine einmalige Chance, das ist die Chance deines Lebens!
- ευκαιρίες θηλ πλ εργασίας
- Beschäftigungschancen θηλ πλ
- ευκαιρίες θηλ πλ πωλήσεων
- Absatzchancen θηλ
- ισότητα θηλ ευκαιριών ΠΟΛΙΤ, ΟΙΚΟΝ
- Chancengleichheit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν αφήνω μια ευκαιρία
- sich δοτ eine Gelegenheit nicht entgehen lassen
- μη χάσεις ευκαιρία! ειρων
- das darfst du natürlich wieder nicht verpassen!
- αδράχνω την ευκαιρία
- die Gelegenheit ergreifen
- εκμεταλλεύομαι μια ευκαιρία
- eine Gelegenheit nutzen
- αρπάζω την ευκαιρία
- die Gelegenheit ergreifen