στο λεξικό PONS
παράδοσ|η <-εις> [paˈraðɔsi] SUBST θηλ
1. παράδοση (δέματος, χρημάτων):
- παράδοση
- Übergabe θηλ
2. παράδοση (εμπορευμάτων: στον πελάτη):
- παράδοση
- Lieferung θηλ
- παράδοση στο πλοίο ΟΙΚΟΝ (Incoterm)
- frei an Bord
- παράδοση παραπλεύρως του πλοίου
- frei Längsseite Schiff
- παράδοση στο τρένο
- frei Waggon
- ελαττωματική παράδοση
- fehlerhafte Lieferung θηλ
- εγγύηση θηλ παράδοσης
- Liefergarantie θηλ
- ημερομηνία παράδοσης
- Lieferdatum ουδ
- ημερομηνία παράδοσης
- Liefertermin αρσ
- γενικοί όροι αρσ πλ παράδοσης (εμπορευμάτων)
- allgemeine Lieferbedingungen θηλ πλ
- τέλη ουδ πλ παράδοσης
- Zustellgebühr θηλ ενικ
3. παράδοση (στο ταχυδρομείο):
- παράδοση
- Aufgabe θηλ
4. παράδοση (μαθημάτων):
- παράδοση
- Erteilung θηλ
- παραδόσεις θηλ πλ μαθημάτων Γερμανικής
- Erteilung θηλ ενικ von Deutschunterricht
5. παράδοση (ό,τι μεταδίδεται από γενιά σε γενιά):
- παράδοση
- Überlieferung θηλ
6. παράδοση (συνήθειες, έθιμα):
- παράδοση
- Tradition θηλ
- κατά παράδοση
- traditionell
7. παράδοση ΣΤΡΑΤ (πράξη του παραδίνομαι):
- παράδοση
- Kapitulation θηλ
- παράδοση άνευ όρων
- bedingungslose Kapitulation θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κατά παράδοση
- traditionell
- ελαττωματική παράδοση
- fehlerhafte Lieferung θηλ
- παράδοση παραπλεύρως του πλοίου
- frei Längsseite Schiff
- παράδοση θηλ του γκόσπελ
- Gospeltradition θηλ
- παράδοση στο πλοίο ΟΙΚΟΝ (Incoterm)
- frei an Bord