στο λεξικό PONS
κοινωνικ|ός <-ή, -ό> [cinɔniˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. κοινωνικός (της κοινωνίας: μεταβολές κτλ):
- κοινωνικός
- gesellschaftlich, Gesellschafts-
2. κοινωνικός (του κράτους πρόνοιας, της ζωής στην κοινωνία) ΨΥΧ:
- κοινωνικός
- sozial, Sozial-
- κοινωνική τάξη
- soziale Schicht θηλ
- κοινωνική τάξη
- Gesellschaftsschicht θηλ
- κοινωνική θέση
- sozialer Status αρσ
- κοινωνικές αλλαγές
- sozialer Wandel αρσ ενικ
- κοινωνική ανθρωπολογία
- Sozialanthropologie θηλ
- κοινωνική ανισότητα
- soziale Ungleichheit θηλ
- κοινωνικός αποκλεισμός
- soziale Ausgrenzung θηλ
- κοινωνική ασφάλιση
- Sozialversicherung θηλ
- κοινωνικός δείκτης
- Sozialindikator αρσ
- κοινωνικός διάλογος EE
- sozialer Dialog αρσ
- κοινωνική εισφορά (στην κοινωνική ασφάλιση)
- Sozialversicherungsbeitrag αρσ
- κοινωνικός έλεγχος
- soziale Kontrolle θηλ
- κοινωνικές επιστήμες
- Sozialwissenschaften θηλ πλ
- κοινωνική εργασία
- Sozialarbeit θηλ
- κοινωνικοί εταίροι EE
- Sozialpartner αρσ πλ
- κοινωνικό ζώο (άνθρωπος)
- soziales Wesen ουδ
- κοινωνικό κράτος
- Sozialstaat αρσ
- αρχή θηλ του κοινωνικού κράτους
- Sozialstaatsprinzip ουδ
- κοινωνικός λειτουργός
- Sozialarbeiter αρσ
- κοινωνική σύγκρουση
- sozialer Konflikt αρσ
- κοινωνικός χάρτης EE
- Sozialcharta θηλ
3. κοινωνικός (που του αρέσουν οι επαφές):
- κοινωνικός
- gesellig
κοινωνικός ΕΠΊΘ
- κοινωνικές μεταβιβάσεις
- Sozialleistungen
- κοινωνικές μεταβιβάσεις
- Sozialtransferleistungen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινωνικός αποκλεισμός
- soziale Ausgrenzung θηλ
- κοινωνικός δαρβινισμός
- sozialer Darwinismus αρσ
- κοινωνικός θεσμός
- soziale Institution θηλ
- κοινωνικός χάρτης EE
- Sozialcharta θηλ
- κοινωνικός διάλογος
- sozialer Dialog αρσ