στο λεξικό PONS
περιβάλλ|ον <-οντος> [pɛriˈvalɔn] SUBST ουδ
1. περιβάλλον (περίγυρο):
- περιβάλλον
- Umgebung θηλ
2. περιβάλλον (φυσικό):
- περιβάλλον
- Umwelt θηλ
- φυσικό περιβάλλον
- natürliche Umwelt θηλ
- βλάβη θηλ του περιβάλλοντος
- Umweltschaden αρσ
- προστασία θηλ του περιβάλλοντος
- Umweltschutz αρσ
- τεχνολογία θηλ περιβάλλοντος
- Umwelttechnologie θηλ
3. περιβάλλον (κοινωνικό):
- περιβάλλον
- Milieu ουδ
4. περιβάλλον Η/Υ:
- περιβάλλον
- Umgebung θηλ
- περιβάλλον DOS
- DOS-Umgebung θηλ
- περιβάλλον χρήσης
- Arbeitsumgebung θηλ
περιβάλλον SUBST
- εργασιακό περιβάλλον ουδ
- Arbeitsumgebung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιβάλλον ουδ λιμνοθάλασσας
- lagunäres Milieu ουδ
- περιβάλλον χρήσης
- Arbeitsumgebung θηλ
- φυσικό περιβάλλον
- natürliche Umwelt θηλ
- περιβάλλον DOS
- DOS-Umgebung θηλ
- γεωφυσικό περιβάλλον
- geophysikalische Umwelt θηλ