στο λεξικό PONS
τρίτ|ος <-η, -ο> [ˈtritɔs] ΕΠΊΘ
- τρίτος
- dritte(r, s)
- φτάνω τρίτος/τρίτη
- als Dritter/Dritte ankommen
- βγήκε τρίτος (σε αγώνα)
- er wurde Dritter
- τρίτος καλή τη πίστει ΝΟΜ
- gutgläubiger Dritter αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέκατος τρίτος
- dreizehnter
- βγήκε τρίτος (σε αγώνα)
- er wurde Dritter
- τρίτος καλή τη πίστει ΝΟΜ
- gutgläubiger Dritter αρσ
- δέκατος τρίτος μισθός
- dreizehntes Monatsgehalt ουδ
- ο εικοστός τρίτος
- der dreiundzwanzigste