στο λεξικό PONS
αδερφικ|ός [aðɛrfiˈkɔs], αδελφικ|ός [aðɛlfiˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
1. αδερφικός (στους αδερφούς):
- αδερφικός
- brüderlich
2. αδερφικός (στα αδέρφια):
- αδερφικός
- geschwisterlich
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.