στο λεξικό PONS
ανίψι [aˈnipsi] SUBST ουδ
1. ανίψι (ανιψιός):
- ανίψι
- Neffe αρσ
2. ανίψι (ανιψιά):
- ανίψι
- Nichte θηλ
ανίψι SUBST
- ανίψια ουδ πλ
- Neffen und Nichten πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.