στο λεξικό PONS
εκνευρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛknɛˈvrizɔ] VERB μεταβ
1. εκνευρίζω (κάνω ανήσυχο):
- εκνευρίζω
- nervös machen, aufregen
- αυτό το καναρίνι με εκνευρίζει
- dieser Kanarienvogel macht mich nervös/regt mich auf
2. εκνευρίζω (κάνω να θυμώσει):
- εκνευρίζω
- aufregen
- ο τρόπος συμπεριφοράς του την εκνευρίζει
- sein Verhalten regt sie auf
- εκνευρίζεται με το παραμικρό
- er regt sich über jede Kleinigkeit auf
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.