στο λεξικό PONS
μύτη [ˈmiti] SUBST θηλ
1. μύτη (αιχμή):
- μύτη
- Spitze θηλ
- περπατώ στις μύτες
- auf Zehenspitzen gehen
2. μύτη (όργανο όσφρησης):
- μύτη
- Nase θηλ
- φυσώ τη μύτη μου
- sich die Nase putzen/sich schnäuzen
- άνοιξε η μύτη μου
- ich habe Nasenbluten
- μου το έκλεψαν κάτω από τη μύτη μου
- man hat es mir vor der Nase gestohlen
- σκάω μύτη (κάπου) οικ
- (irgendwo) aufkreuzen
- μπαίνω στη μύτη κάποιου μτφ
- jdn aufregen
- δε βλέπω ούτε τη μύτη μου (στο σκοτάδι, σε ομίχλη)
- ich kann keinen Meter weit sehen
- δε βλέπει πέρα από τη μύτη του μτφ
- er sieht nicht über die eigene Nasenspitze hinaus
- έχω ψηλή μύτη μτφ
- hochnäsig sein
- σηκώνω μύτη μτφ
- hochnäsig werden
- τον σέρνει από τη μύτη
- er/sie macht mit ihm, was er/sie will
- χώνω τη μύτη μου παντού
- überall seine Nase hineinstecken
- να μου τρυπήσεις τη μύτη αν τηλεφώνησε
- ich fress' einen Besen, wenn er angerufen hat
- η μύτη του να πέσει, δε θα σκύψει να τη σηκώσει (είναι τεμπέλης)
- der scheucht sich nicht einmal eine Fliege von der Stirn, so faul ist er
- κρίκος αρσ μύτης
- Nasenring αρσ
3. μύτη (ρύγχος):
- μύτη
- Schnauze θηλ
4. μύτη (ράμφος):
- μύτη
- Schnabel αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γερακήσια μύτη
- Hakennase θηλ
- αετήσια μύτη
- Hakennase θηλ
- σηκώνω μύτη μτφ
- hochnäsig werden
- φυσώ τη μύτη μου
- sich δοτ die Nase putzen
- μιλώ με τη μύτη
- durch die Nase sprechen