στο λεξικό PONS
εποχή [ɛpɔˈçi] SUBST θηλ
1. εποχή (της ιστορίας):
- εποχή
- Zeitalter ουδ
- εποχή
- Epoche θηλ
- εποχή
- Zeit θηλ
- η εποχή της μεταρρύθμισης
- das Zeitalter ουδ der Reformation
- αυτή ήταν άλλη εποχή
- das war eine andere Epoche
- στην εποχή μας (τώρα)
- in unserer Zeit
- στην εποχή μας (τότε)
- zu unserer Zeit
- οι άνθρωποι αρσ πλ της εποχής μας
- die Menschen αρσ πλ unserer Zeit
- στην εποχή μου δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα
- zu meiner Zeit gab es diese Dinge nicht
- … ήταν ο γνωστότερος … της εποχής του
- … war der bekannteste … seiner Zeit
- στην τότε εποχή υπήρχαν …
- zur damaligen Zeit gab es …
- αυτό ήταν την εποχή που εγώ …
- das war zu der Zeit, als ich …
- εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ήταν …
- damals waren die Menschen …
- προπορεύομαι της εποχής μου
- seiner Zeit voraus sein
- αφήνω εποχή
- Epoche machen
- ατομική εποχή
- Atomzeitalter ουδ
- γεωλογική εποχή
- geologisches Zeitalter ουδ
- εποχή των παγετώνων, παγετώδης εποχή
- Eiszeit θηλ
- λίθινη εποχή
- Steinzeit θηλ
- στη λίθινη εποχή
- in der Steinzeit
- νεολιθική εποχή
- Neolithikum ουδ
- ορειχάλκινη εποχή
- Bronzezeit θηλ
- προϊστορική εποχή
- Prähistorie θηλ
- προϊστορική εποχή
- Vorgeschichte θηλ
2. εποχή (κάποια περίοδος του έτους):
- εποχή
- Zeit θηλ
- του χρόνου τέτοια εποχή
- nächstes Jahr um diese Zeit
- η καλύτερη εποχή για σκι είναι …
- die beste Zeit zum Skifahren ist …
- κατά την εποχή του θερισμού
- während der Erntezeit θηλ
- φρούτα ουδ πλ της εποχής
- Obst ουδ ενικ der Saison
- καλή/κακή εποχή (για φρούτα, τρύγο, τουρισμό)
- gute/schlechte Saison θηλ
- λάθος εποχή (σε ακατάλληλη περίοδο)
- zur falschen Zeit
- χρυσή εποχή
- goldene Zeit θηλ
- εποχή των βροχών
- Regenzeit θηλ
- εποχή της ξηρασίας
- Trockenzeit θηλ
3. εποχή (μια από τις τέσσερις):
- εποχή
- Jahreszeit θηλ
εποχή SUBST
- εκτός εποχής (φρούτα, λαχανικά)
- außerhalb der Saison
- εκτός εποχής (που δεν ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες)
- nicht aktuell
εποχή ΕΠΊΘ
- τέλος εποχής
- Ausverkauf
- της εποχής
- zeitgemäss, aktuell, frisch (Früchte)
- αφήνω εποχή
- Geschichte schreiben (γράφω ιστορία)
- εποχές-εποχές
- zu manchen Jahreszeiten
Ολόκαινος Εποχή [ɔˈlɔcɛnɔs ɛpɔˈçi] SUBST θηλ
- Ολόκαινος Εποχή
- Holozän ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εποχή των παγετώνων, παγετώδης εποχή
- Eiszeit θηλ
- λίθινη εποχή
- Steinzeit θηλ
- νεολιθική εποχή
- Neolithikum ουδ
- προϊστορική εποχή
- Vorgeschichte θηλ
- ορειχάλκινη εποχή
- Bronzezeit θηλ