στο λεξικό PONS
σκαρφαλώ|νω <-σα, -μένος> [skarfaˈlɔnɔ] VERB αμετάβ
- σκαρφαλώνω σε
- klettern auf +αιτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- σκαπάνη
- σκαπουλάρω
- σκάπουλος
- σκάρα
- σκαρί
- σκαρφαλώνω
- σκαρφίζομαι
- σκαρώνω
- σκασίλα
- σκάσιμο
- σκασμός