στο λεξικό PONS
κανονικ|ός <-ή, -ό> [kanɔniˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. κανονικός (που δεν απέχει από το συνηθισμένο):
- κανονικός
- normal
2. κανονικός (τακτικός):
- κανονικός
- regelmäßig
- κατά κανονικά διαστήματα
- in regelmäßigen Abständen
3. κανονικός ΘΡΗΣΚ:
- κανονικόν Δίκαιον
- Kanon αρσ
- κανονικόν Δίκαιον
- kanonisches Recht ουδ
4. κανονικός:
- κανονικός ΜΑΘ, ΣΤΑΤ
- kanonisch
- κανονικές μεταβλητές
- kanonische Variablen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κανονικός τοπολογικός χώρος
- regulärer Raum αρσ