στο λεξικό PONS
I. ακτινοβολ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα> [aktinɔvɔˈlɔ] VERB μεταβ
1. ακτινοβολώ μτφ:
- ακτινοβολώ (θερμότητα) (ευτυχία)
- ausstrahlen
2. ακτινοβολώ (εκθέτω σε ακτινοβολία):
- ακτινοβολώ
- bestrahlen
- ακτινοβολημένο καύσιμο
- bestrahlter Brennstoff αρσ
II. ακτινοβολ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα> [aktinɔvɔˈlɔ] VERB αμετάβ
1. ακτινοβολώ (εκπέμπω ακτίνες):
- ακτινοβολώ
- Strahlen aussenden
2. ακτινοβολώ μτφ (λάμπω):
- ακτινοβολώ
- strahlen
- ακτινοβολούσε από χαρά
- er strahlte vor Freude
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.