στο λεξικό PONS
I. φωνά|ζω <-ξα> [fɔˈnazɔ] VERB μεταβ (καλώ)
- φωνάζω
- rufen
II. φωνά|ζω <-ξα> [fɔˈnazɔ] VERB αμετάβ
1. φωνάζω (από πόνο κτλ):
- φωνάζω
- schreien
2. φωνάζω (μιλώ δυνατά):
- μη φωνάζεις έτσι, δεν είμαι κουφός
- rede nicht so laut, ich bin nicht taub
- πες τους να μη φωνάζουν έτσι
- sag ihnen, sie sollen nicht so laut sein
φωνάζω VERB
- φωνάζω την αστυνομία
- die Polizei rufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φωνάζω την αστυνομία
- die Polizei rufen